Το ελληνικό ηφαίστειο: πολιτικές και ηθικές διαστάσεις της κρίσης

Γράφει στην Αυγή ο Κώστας Δουζίνας:

[…] Η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγάλο μέτωπο αντίστασης, πέρα από κομματικές τοποθετήσεις. Μια ηγεμονική πολιτική αναγνωρίζει την πολυδιάσπαση των κοινωνικών δυνάμεων και προσπαθεί να αναγάγει μια βασική αντίθεση σε γραμμή αντιπαράθεσης των λαϊκών δυνάμεων και των ελίτ, συμπυκνώνοντας τις διάφορες αντιθέσεις. Το κοινό καλό και η δημοκρατία είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για ηγεμονική πολιτική. Αυτή τη στιγμή διαφορές και διαφωνίες στην Αριστερά είναι καταστροφικές. Η Αριστερά είναι η μοναδική κοινωνική δύναμη που μπορεί να εκπροσωπήσει το κοινό καλό, η μοναδική ιδεολογία που διαθέτει ακόμη ηθικό κύρος για την άμυνα της δημοκρατίας, που είναι συνώνυμη με την υπεράσπιση της πολιτικής. Ένα τέτοιο μέτωπο δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική για να μετατρέψει την άμυνα και αντίσταση σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. […]

Η ηφαιστειακή έκρηξη στην Ισλανδία, μια χώρα που έχει υποφέρει τα πάνδεινα από την τρέλα και την απληστία των τραπεζιτών, είναι η πιο αρμόζουσα αλληγορία για την ελληνική τραγωδία. Η κρίση έχει συζητηθεί κυρίως με οικονομικούς και σχεδόν φυσικούς όρους, και μόνο δευτερευόντως σε σχέση με τον πολιτικό της χαρακτήρα και τις επιπτώσεις. Η κυβέρνηση, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και οι αυτάρεσκοι «ειδικοί» παρουσίασαν τα πρόσφατα γεγονότα σαν θεϊκή πράξη, μια φυσική καταστροφή που δεν μπορούσε να προβλεφθεί ή αποφευχθεί. Η κυρίαρχη ρητορική υποστηρίζει ότι η δράση των «αγορών» είναι αναπόφευκτη, απρόβλεπτη, ανεξιχνίαστη. Αν η Ελλάδα είναι σαν τον Τιτανικό, οι «αγορές» είναι το ανελέητο παγόβουνο και οι απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια ξαφνική ηφαιστειακή έκρηξη. Η μόνη απάντηση των ελίτ μπροστά σε μια τέτοια «ανωτέρα βία» είναι να προσφύγουν στις διαδικασίες  της πολιτικής προστασίας, έτσι ώστε να περιορίσουν τις απώλειες και τις ζημιές.

Η οικονομική κρίση ως φυσική καταστροφή

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτή τη «φυσικοποίηση» (naturalization) της οικονομίας «φετιχισμό των καταστροφών», κάτι σαν τον φετιχισμό του εμπορεύματος κατά Μαρξ. Πολιτικές αποφάσεις που παίρνονται στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες, στρατηγικές επιλογές των χρηματιστών, πρωτόγνωρες επιβολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες, αναπόδραστες, σχεδόν μη ανθρώπινες παρεμβάσεις. Αν η οικονομική κρίση είναι μια φυσική καταστροφή, τότε η πολιτική δεν πρέπει να ανακατεύεται στην αντιμετώπισή της, με τον ίδιο τρόπο που δεν πρέπει αναμειγνύεται στην ανθρωπιστική βοήθεια σε περιπτώσεις σεισμού. Ένας υπουργός μάς λέει ότι «χρειαζόμαστε στρατιωτική πειθαρχία» στην αποδοχή των μέτρων. Τα τηλεοπτικά δελτία, με μπροστάρη το MEGA, επαναλαμβάνουν ανιαρά «It’s the economy, stupid!», καθώς παρουσιάζουν σχεδιαγράμματα με την άνοδο των «σπρεντ», με τον ίδιο τρόπο που παρουσιάζουν την αύξηση της θερμοκρασίας σε περίοδο ξηρασίας.

«Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση;» ρωτούν ρητορικά οι παντογνώστες δημοσιογράφοι και οι υπόλογοι πολιτικοί για να θέσουν τέρμα στην πολιτική συζήτηση και παρέμβαση και να επιστρέψουν στην «επιστημονική» ανατομή της φυσικής οικονομικής καταστροφής. Όλες οι προτάσεις για πολιτική κινητοποίηση, όλες οι ιδέες για διαφορετικές στρατηγικές, η πρόταση για δημοψήφισμα απορρίπτονται με το επιχείρημα ότι δεν συνειδητοποιούν το επείγοντα και μονόδρομο χαρακτήρα της οικονομικής λύσης. Αν η «φυσικοποιημένη» οικονομία κινείται με τρόπους απρόβλεπτους και θεόσταλτους, η πολιτική μετατρέπεται σε μια υποκατηγορία της οικονομίας που πρέπει να μένει σιωπηλή και περιθωριοποιημένη. Μ’ αυτό τον τρόπο βαθύτατα πολιτικές αποφάσεις εμφανίζονται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα αδήριτων νόμων, περιβάλλοντας έτσι ταξικά συμφέροντα με την αίγλη της επιστήμης.

Και όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Κάθε βήμα, απόφαση και πράξη που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο ήταν βαθιά πολιτικές επιλογές. Η οικονομική κατάρρευση του 2008 που επιδείνωσε την οικονομική κρίση αποκάλυψε την θεμελιώδη υποκρισία και ανηθικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενώ οι απλοί άνθρωποι υποβάλλονται καθημερινά στην «πειθαρχία» της αγοράς χάνοντας σπίτια, δουλειές και ελπίδα, τις τεράστιες απώλειες των τραπεζών τις ανέλαβε το κράτος. Αυτή είναι η πολιτική του «lemon socialism»: σοσιαλισμός για τους πλούσιους — καπιταλισμός για τους υπόλοιπους. Ή, για να παραφράσουμε τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, αν φοροδιαφεύγεις πας φυλακή, αν οδηγήσεις μια τράπεζα στην πτώχευση παίρνεις τεράστια μπόνους.

Το ίδιο ισχύει και με το χρέος. Το χρέος συσσωρεύθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια με αποφάσεις των εναλλασσόμενων πολιτικών ελίτ που χρησιμοποιούσαν τα δάνεια για πελατειακές πολιτικές και πολιτικά οφέλη. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ως προς αυτό ανάμεσα στον Σημίτη, τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τους διάφορους υπουργούς και πρώην υπουργούς που παρελαύνουν χωρίς ντροπή στις τηλεοπτικές οθόνες, ζητώντας «στρατιωτική πειθαρχία». Όλες οι πρόσφατες εκλογικές εκστρατείες έγιναν με το κόμμα της εκάστοτε αντιπολίτευσης να υπόσχεται «ηθική στην πολιτική», «εκλογίκευση των δημοσιονομικών», «επανίδρυση του κράτους», εγκατάλειψη της «αλαζονείας της εξουσίας». Μόλις τελειώνουν οι εκλογές, η νέα κυβέρνηση επιστρέφει στις παλιές μεθόδους, δανειζόμενη, δωροδοκώντας και μοιράζοντας προνόμια στους ημέτερους

Σήμερα, το ένα κυβερνητικό κόμμα επιτίθεται στο άλλο για το ποιος φταίει για το χρέος, λες και υπάρχει κάποιος που ανήκει στην πολιτική ελίτ των τελευταίων τριάντα χρόνων και δεν φταίει. Με αυτή την έννοια, τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ότι η οικονομική και η ηθική πτώχευση είναι συνοδοιπόροι. Στη Βρετανία, στη διάρκεια των τηλεοπτικών αναμετρήσεων της τρέχουσας προεκλογικής εκστρατείας, και οι τρεις ηγέτες απολογήθηκαν στο κοινό για τα «σκάνδαλα των εξόδων» (οι βουλευτές χρέωναν στο δημόσιο κονδύλια που δεν δικαιούνταν) που στοίχισαν στο δημόσιο λιγότερο από δύο εκατομμύρια λίρες, ποσό που ωχριά σε σύγκριση με όσα σπαταλήθηκαν από τις δικές μας ελίτ.

Περιμένουμε ακόμα η πολιτική ελίτ να απολογηθεί στον ελληνικό λαό, αν και μάλλον μια πράξη μεταμέλειας ιαπωνικού τύπου και ακόμα περισσότερο ένα δημόσιο χαρακίρι θα ταίριαζαν περισσότερο στην κατάσταση, αν αναλογιστούμε το μέγεθος της ευθύνης. Η πολιτική τάξη όμως δεν διαθέτει το στοιχειώδες ηθικό ανάστημα: η αξίωσή τους να αλλάξουν οι πολίτες στάση, να υπακούν στο νόμο και να δρουν υπεύθυνα προς την κοινωνία θα ήταν πολύ πιο αξιόπιστη αν οι στυλοβάτες της ηθικής έδειχναν ένα ίχνος ταπεινοφροσύνης και κατανόησης της ευθύνης τους.

Η πολιτική φύση της κρίσης διαφαίνεται και στην ευρωπαϊκή πλευρά. Το όριο του 3% στο έλλειμμα (που το έχουν ξεπεράσει όλα τα κράτη της ευρωζώνης), το σύμφωνο σταθερότητας, η κερδοσκοπία των «αγορών» έχουν όλα πολιτικό κίνητρα και σχέδιο. Ο στενός δεσμός μεταξύ των μέτρων της ΕΕ και του ΔΝΤ με τη γερμανική πολιτική είναι πασίγνωστος. Αυτό που έχει σχολιαστεί λιγότερο είναι η φύση της κερδοσκοπίας των αγορών, η οποία δεν βασίζεται στις επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας (η Ελλάδα πάει ακόμη σχετικά καλά), αλλά στα αισθήματα «εμπιστοσύνης» και «ρίσκου» που διακατέχουν τους χρηματιστές. Οι χρηματαγορές λειτουργούν σε ένα εικονικό, και όχι πραγματικό επίπεδο. Η αξιοπιστία ενός κράτους, ο κίνδυνος να μην πληρώσει προσδιορίζονται από φανταστικούς σχεδιασμούς και ιδεολογικές κατασκευές. Αποτελούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αλλά έχει τη δύναμη να την αλλάζει καταστροφικά.

Οι επιθέσεις των «αγορών» κατά της Ελλάδας είναι η εκδίκηση του νεοφιλελευθερισμού για τη μεγάλη ήττα του 2008. Αποτελεί όμως και αναπόσπαστο κομμάτι των ευρύτερων ρυθμίσεων της μεταβιομηχανικής κοινωνίας των υπηρεσιών. Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν βασίζεται πλέον στην παραγωγή υπεραξίας στον πρωτογενή τομέα, αλλά στην άντληση ενοικίου (με κύρια μορφή τον τόκο). Αυτό ισχύει τόσο σε ατομικό επίπεδο (ο νεοφιλελευθερισμός μάς μεταχειρίζεται όχι σαν φυσικά πρόσωπα ή πολίτες αλλά σαν καταναλωτές που πρέπει συνεχώς να δανείζονται για να ξοδεύουν) όσο και σε κρατικό.

Όμως, η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω ενοικίου πρέπει να αστυνομεύεται αυστηρά, αφού το δανειστικό συμβόλαιο δεν δημιουργεί αυτόματα τις συνθήκες της αναπαραγωγής του όπως συμβαίνει με το συμβόλαιο εργασίας. Η άντληση ενοικίου και τόκου απαιτεί τον εκφοβισμό καθώς δεν υπάρχει κάποιο «φυσικό» επίπεδο ενοικίου Η πίεση των αγορών είναι ένας τρόπος να ασκηθεί πίεση στους οφειλέτες ή να αποδεχτούν τον πιο ακραίο νεοφιλελευθερισμό ή να χρεοκοπήσουν. «Οφειλέτες προσέχετε», λένε στα κράτη. «Ή διαλύετε το κράτος πρόνοιας ή γίνεστε η επόμενη Ελλάδα». Δεν διαφέρει και πολύ από τη μαφιόζικη «προστασία»: αν ο οφειλέτης αμφισβητήσει τους όρους ή την αμοιβή, οι μπράβοι τον δέρνουν.

Η κρίση δεν είναι πρωτίστως οικονομική

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από τον ισχυρισμό ότι η κρίση είναι κυρίως οικονομική. Η πολιτική λογική και οι ανάγκες του ύστερου καπιταλισμού δημιούργησαν την κρίση που χρησιμοποιείται σήμερα κυνικά για να καταστραφεί το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης. Μόλις συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της πολιτικής κρίσης, που οδηγεί στη συνολική καταστροφή και επανασύσταση του κοινωνικού δεσμού, ίσως εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια καθολικής αντίδρασης.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση χρειαζόμαστε πιθανόν μια νέα θεωρητική σύλληψη. Ο δημόσιος τομέας αντιπροσωπεύει και προάγει τα επιτεύγματα του κράτους πρόνοιας. Ωστόσο, σαν υποχείριο των πολιτικών μηχανισμών και πεδίο πελατειακών σχέσεων έχει χάσει μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης και κύρους του. Αυτό βολεύει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που χρησιμοποιεί την ιδιωτικοποίηση και την απορρύθμιση, προκειμένου να μεταφέρει κεφάλαιο και εξουσία από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Συνειδητοποιώντας την αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια αρετή που χρησιμοποιείται για ιδιωτική εξαχρείωση, η Αριστερά οφείλει να αποτρέψει την διαίρεση της κοινωνίας σε αντιμαχόμενο δημόσιο και ιδιωτικό χώρο. Οι αλληλοκατηγορίες για τεμπέληδες και διεφθαρμένους δημόσιους υπάλληλους ή για φοροφυγάδες και διεφθαρμένους ελεύθερους επαγγελματίες υπηρετούν μόνο την τακτική τού «διαίρει και βασίλευε» του νεοφιλελευθερισμού.

Πέρα από τη διαίρεση δημοσίου και ιδιωτικού, υπάρχει ένας τρίτος όρος: το κοινό καλό: αντιπροσωπεύει την κοινωνική δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου, την ενέργεια που εμψυχώνει την κοινωνία και φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Ο δημόσιος τομέας εκπροσωπούσε παραδοσιακά το κοινό καλό, αλλά σήμερα δεν εκφράζεται αποκλειστικά από το κράτος. Αυτό το κοινό συμφέρον (commonwealth) καθορίζεται αδιαμφισβήτητα από τον βαθύ ανταγωνισμό ανάμεσα στον λαό και τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Ωστόσο, σε τούτους τους καιρούς της επικείμενης καταστροφής, η Αριστερά οφείλει να απευθυνθεί στη δεξαμενή αυτή του κοινού αισθήματος, για να διασώσει το ανθρώπινο πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας.

Η κοινωνική αποστροφή για τις πολιτικές ελίτ πρέπει να μετατραπεί από απαθή αποστασιοποίηση σε ενεργή δύναμη. Διάφορες ιδέες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε ίσως να δημιουργηθεί μια εξεταστική επιτροπή από Έλληνες και ξένους οικονομολόγους και κοινωνικούς επιστήμονες, πέραν των δύο μεγάλων κομμάτων, για να εξετάσει πως εκτινάχτηκε το χρέος και πως ξοδεύτηκαν τα κονδύλια.

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ πρέπει να λογοδοτήσουν για την καταστροφή της χώρας. Θα μπορούσε λοιπόν να δημιουργηθεί μια επιτροπή όπως το δικαστήριο του Μπέρτραντ Ράσελ, για να διερευνήσει την ηθική ευθύνη των ελίτ. Η κυβέρνηση δεν έχει την παραμικρή νομιμοποίηση για να πάρει τα μέτρα. Η συνταγματικότητά τους πρέπει να ελεγχθεί δικαστικά, και πρέπει να συγκεντρωθούν υπογραφές με αίτημα το δημοψήφισμα. Αν το αίτημα δεν γίνει δεκτό, τοπικά δημοψηφίσματα μπορούν να οργανωθούν από σωματεία και οργανώσεις.

Για το κοινό καλό και τη δημοκρατία

Πιο γενικά, η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγάλο μέτωπο αντίστασης, πέρα από κομματικές τοποθετήσεις. Μια ηγεμονική πολιτική αναγνωρίζει την πολυδιάσπαση των κοινωνικών δυνάμεων και προσπαθεί να αναγάγει μια βασική αντίθεση σε γραμμή αντιπαράθεσης των λαϊκών δυνάμεων και των ελίτ, συμπυκνώνοντας τις διάφορες αντιθέσεις. Το κοινό καλό και η δημοκρατία είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για ηγεμονική πολιτική. Αυτή τη στιγμή διαφορές και διαφωνίες στην Αριστερά είναι καταστροφικές. Η Αριστερά είναι η μοναδική κοινωνική δύναμη που μπορεί να εκπροσωπήσει το κοινό καλό, η μοναδική ιδεολογία που διαθέτει ακόμη ηθικό κύρος για την άμυνα της δημοκρατίας, που είναι συνώνυμη με την υπεράσπιση της πολιτικής. Ένα τέτοιο μέτωπο δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική για να μετατρέψει την άμυνα και αντίσταση σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Ο ανθελληνικός ρατσισμός και οριενταλισμός που εμφανίστηκε τους δύο τελευταίους μήνες στην Ευρώπη ήταν αναπάντεχος και αποτρόπαιος. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος. Οι προοδευτικοί Ευρωπαίοι προσβλέπουν στην Ελλάδα σαν μια μεγάλη ελπίδα. Τώρα που ξέρουμε ότι η θεραπεία είναι χειρότερη από την αρρώστια, ίσως η Ευρώπη καταλάβει ότι διάλεξε το λάθος πειραματόζωο. Αντί η Ελλάδα να οδηγήσει σε πανευρωπαϊκά οικονομικά προβλήματα, ίσως να ξεκινήσει την πολιτική αντεπίθεση των Ευρωπαίων.

Το αδύνατο παραμένει πάντα δυνατό

Θαύματα γίνονται ακόμα. Οι σοσιαλιστές που έφεραν το ΔΝΤ στην Ουγγαρία καταποντίστηκαν στις πρόσφατες εκλογές. Οι Φιλελεύθεροι, που βρίσκονται στα αριστερά των Εργατικών, ανέτρεψαν το πολιτικό σκηνικό ογδόντα χρόνων στη Βρετανία. Και πιθανόν το πλησιέστερο προηγούμενο της ελληνικής τραγωδίας δεν είναι το Κραχ της δεκαετίας του 1930, αλλά η καταστροφή του ιταλικού πολιτικού συστήματος τη δεκαετία του 1990.

Η έκρηξη του ηφαιστείου σηματοδότησε την ανάδυση του αναπάντεχου, του απρόβλεπτου και του πιθανού. Μας υπενθύμισε ότι όποιες άμυνες και αν έχουν αναπτύξει οι κυρίαρχες δυνάμεις απέναντι στα κοσμογονικά γεγονότα, το αδύνατο παραμένει πάντοτε δυνατό. Πέρα από τα «φυσικά» αίτια που επικαλούνται οι οικονομολόγοι, πέρα από τη μεταμφιεσμένη πολιτική των νεοφιλελεύθερων, χρειαζόμαστε μια ηθική φωνή που θα μετατρέψει την καταστροφή σε απαρχή ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, που θα έχει στο επίκεντρό του το κοινό καλό και τη δημοκρατία. Αυτή είναι η πρόκληση για την Αριστερά και για όλους τους Έλληνες.

*Ο Κώστας Δουζίνας είναι αντιπρύτανης και διευθυντής του Birkbeck Institute for the Humanities, London University. Τα βιβλία του «Το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου» και «Νόμος και αισθητική» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Το άρθρο γράφτηκε στα αγγλικά για την «Αυγή». Η μετάφραση έγινε από την Καίτη Νικολάτου και θεωρήθηκε από τον συγγραφέα. Μια άλλη, συντομότερη εκδοχή δημοσιεύτηκε στην «Guardian», στις 27.4.2010.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: