Η γραμματική της αγανάκτησης και το συντακτικό της εξουσίας

Γράφει ο Νικόλας Κοσματόπουλος

Σκηνή πρώτη, Σύνταγμα

Χιλιάδες κόσμου μαζεύονται, φωνάζουν, βρίζουν, αναθεματίζουν, χτυπάνε κατσαρόλες, σηκώνουν πανώ, κοιμούνται στο χορτάρι, δεν κοιμούνται καθόλου, ξενυχτάνε, διαφωνούν, πλακώνονται, συναινούν, κληρώνονται, προβληματίζονται, ακούν, τσιρίζουν, μιλάνε ενάμιση λεπτό, μιλάνε παραπάνω, μιλάνε μεταξύ τους, μιλάνε μόνοι τους, μονολογούν, χτυπιούνται με την αστυνομία, χτυπιούνται μεταξύ τους, μουτζώνουν τους απέναντι κι ενίοτε τους ίδιους, οργίζονται κι αγανακτούν.

Σκηνή δεύτερη, Βουλή

Δεκάδες αντιπρόσωποι συνεδριάζουν, συνδιαλέγονται, συντονίζονται, παζαρεύουν, δίνουν εντολές, δίνουν συμβουλές, δίνουν συνεντεύξεις, βγάζουν λόγους, σφίγγουν χέρια, σφίγγουν γραβάτες, υπογράφουν πρακτικά, νομολογούν, νομοθετούν, νομολαγνούν, ψάχνουν λύσεις, ψάχνουν θέσεις, ψάχνουν στρατηγικές, επιχειρηματολογούν, κάνουν ελιγμούς, κάνουν υπολογισμούς, κάνουν μπλόφες, στήνουν συμμαχίες, κρατάνε ισορροπίες, κρατάνε τα προσχήματα, κρατάνε πισινές, κουβαλάνε φακέλους, χαρτοφύλακες και χαρτοφυλάκια, συγχαίρουν εαυτούς κι αλλήλους, ορκίζονται κι αδιαφορούν.

Δυο κόσμοι απέναντι, δυο κόσμοι αντίκρυ; Τέσσερις εβδομάδες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο πρώτος κόσμος μετράει ήδη απώλειες: μια κυβέρνηση έπεσε ανασχηματιζόμενη, δύο βουλευτές παραιτήθηκαν, κι ο πρόεδρος της βουλής μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, γεγονός που μάλλον οφείλεται στην καθημερινή είσπραξη χιλιάδων κατάρων με την μορφή της μούτζας. Ωστόσο, και παρά τις απώλειες, ένα πασιφανές παράδοξο γίνεται ολοένα και πιο τρανταχτό. Από τη μια, είναι πια κοινός τόπος πως οι πλατείες προκαλούν τριγμούς στην κυβέρνηση και στο πολιτικό σύστημα γενικότερα. Από την άλλη, στις διατρανωμένες ιαχές των πλατειών για «φυλακές», ο ΓΑΠ καταλαβαίνει «αλλαγές», ενώ Σαμαράς, Παπαρήγα, Τσίπρας ακούνε «εκλογές».

Η παραμορφωμένη ηχώ της αγανάκτησης, εκείνης που κάνει την μαζική, ριζική απαίτηση για (κοινωνική και οικονομική) δικαιοσύνη να μεταφράζεται ως χλιαρό κοινοβουλευτικό αίτημα για νέες κάλπες δεν ωφείλεται σε γενικευμένη βαρυκοία στα ώτα των αντιπροσώπων, αλλά πρώτα και κύρια στην βαθιά πίστη πως το χάσμα ανάμεσα στην διαμαρτυρία και την εξουσία είναι αγεφύρωτο.

Ωστόσο, πολύ λιγότερο από αυτονόητο, αυτό το χάσμα είναι παράγωγο και προιόν της ίδιας της εξουσίας. Αναπαράγεται καθημερινά και κάθε στιγμή, μέσα από τρόπους έκφρασης, λέξεις κι έννοιες που αν και χρησιμοποιούνται ως αντικειμενικές, τελικά ανήκουν στα πιο αποτελεσματικά μέσα της εξουσίας. Αυτή η «γραμματική της αγανάκτησης» τείνει να αναπαριστά τους από κάτω ως καταδικασμένους μόνο να αγανακτούν και τους από πάνω σχεδόν ως καταραμένους να κυβερνούν. Ως τέτοια, δεν είναι παρά αποτέλεσμα του «συντακτικού της εξουσίας», το οποίο όχι μόνο τοποθετεί το κίνημα των πλατειών στο εννοιολογικό πλαίσιο της αγανάκτησης, της αντίδρασης, του ετεροκαθορισμού και της αντιστραμμένης παθητικότητας, αποκλείοντας αυτόματα όποια στοιχεία δημιουργίας, δράσης, ιδίας δύναμης, και ιδιόμορφης εξουσίας, αλλά ορίζει την πολιτική, ηθική και κανονιστική ιεραρχία μεταξύ των λέξεων, των εννοιών, των σημασιών.

Καταρχήν, η γραμματική της αγανάκτησης όπως αυτή συγκροτείται στα πλαίσια του συντακτικού της εξουσίας έχει ως βασικό λεκτικό του μόριο το «αντί». Η αγανάκτηση παρουσιάζεται κατεξοχήν ως αντί-δραση σε κάτι, εν-αντι-ώνεται στην κυβερνητική πολιτική, είναι εν-αντί-ον του κοινοβουλευτισμού κτλ. Για την εξουσιαστική ελίτ αυτής της χώρας (πολιτικοί, μεγαλο-δημοσιογράφοι, προύχοντες ακαδημαικοί κτλ) η διατήρηση αυτής της εικόνας τείνει να εξελιχθεί σε υπαρξιακό ζήτημα, καθώς μονάχα μέσω της υποβάθμισης ή της αποσιώπησης της πολιτικής δημιουργικότητας των πλατειών μπορεί αυτή η ελίτ να συνεχίζει να αυτοθεωρείται ελίτ. Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται όχι επειδή απλά κατέχουν τον πλούτο, αλλά κυρίως επειδή κατέχουν τη δυνατότητα να πείσουν πως είναι η απάντηση απέναντι στο επερχόμενο χάος και στην τυφλή αντίδραση. Σε αυτήν την υποβάθμιση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας της πολιτικής κουλτούρας των πλατειών, οι εξουσιαστές του συντακτικού έχουν βρει αναπάντεχους συμμάχους σε κάποιες από τις αυτοθεωρούμενες πρωτοποριακές ηγεσίες τόσο της (ακρο)αριστεράς όσο και του αναρχισμού. Οι ηγεσίες αυτές, είτε ψηφισμένες, είτε αψήφιστες, αν είναι κατά των πλατειών θα βρίζουν – κι αν είναι υπέρ, θα χαιδεύουν πατερναλιστικά – το «αυθόρμητο των μαζών», κλείνοντας ωστόσο και οι δύο μάτια κι αυτιά στις αποδεδειγμένες δυνατότητες δημιουργικής δράσης των πλατειών.

Η γραμματική της αγανάκτησης λοιπόν εντάσσεται από το συντακτικό της εξουσίας στις παρυφές του θυμικού, παρουσιάζεται να κουβαλάει μπόλικο ressentiment αντί της θέλησης για δύναμη κι είναι συνυφασμένη με αντι-δράσεις αντί για δημιουργίες. Ως τέτοια απειλεί πολύ λιγότερο την εξουσία, γιατί πολύ απλά δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στην ουσία της πρώτης, που ορίζεται από την ίδια ως η παραγωγή οραμάτων, λογικών σχεδίων, δημιουργικών δράσεων κτλ. Ένα απλό μοντέλο της γραμματικής της αγανάκτησης σε διάφορες εκφάνσεις του είναι το εξής: Το συντακτικό της μιντιακής εξουσίας φροντίζει να αναπαράγει τη μούτζα σε φόντο την γαλανόλευκη ως την συμπυκνωμένη εικόνα της αγανάκτησης. Στη συνέχεια, το συντακτικό της διανοουμενίστικης εξουσίας αποκρυπτογραφεί την εικόνα αυτή ως ξεκάθαρο σήμα κίνδυνου για την δημοκρατία και τις κατακτημένες ελευθερίες. Τέλος, το συντακτικό της αριστερίστικης εξουσίας τείνει να θωρεί τις πλατείες ως ένα νεογέννητο το οποίο χωρίς τον απαραίτητο εμβολιασμό θα κολλήσει τις αρρώστιες του αυθορμητισμού ή μπορεί να αποδειχθεί τερατογέννεση.

Είναι επιτακτική η ριζική αμφισβήτηση αυτής της κοντόφθαλμης γραμματικής της αγανάκτησης με απότερο στόχο την καταστροφή του επιβαλλόμενου συντακτικού της εξουσίας. Αυτό μπορεί να γίνει – και ήδη γίνεται – με διάφορους τρόπους.

Ένας από αυτούς είναι η άμεση ανάδειξη και θεματοποίηση των νέων πολιτικών πρακτικών, της νέας πολιτικής κουλτούρας, της νέας πολιτικής ανθρωπολογίας που δημιουργεί η πλατεία. Εδώ και καιρό οι πρακτικές αυτές είναι το κυρίαρχο φαντασιακό ζητούμενο και λιγότερο η άμεση μάχη για το μεσοπρόθεσμο που πρέπει ωστόσο να κερδηθεί, έτσι ώστε να δοθούν οι απαραίτητες ανάσες και ωθήσεις στο πρώτο.

Δεύτερον, με την περαιτέρω ενσάρκωση και βαθύτερη θεσμοποίηση εννοιών όπως αυτές απαιτούνται και νοηματοδοτούνται καθημερινά από το κίνημα, όπως το δίκαιο και η δικαιοσύνη για παράδειγμα. Αντί λοιπόν να απορούμε για τα διαστρεβλωμένα αποτελέσματα της ηχούς της αγανάκτησης, πρέπει να γίνουν κινήσεις προς την κατεύθυνση της απόδοσης δικαιοσύνης άμεσα. Έτσι, το διαδεδομένο σύνθημα «κλέφτες, κλέφτες», το οποίο στην γραμματική της αγανάκτησης αποδίδεται σε μια αλόγιστη κι υπερβολική κατάχρηση του όρου, μπορεί να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες δράσεις τόσο για την τωρινή «δικαιοσύνη» και τις φυλακές όσο προς την θεσμοποίηση αμεσοδημοκρατικής δικαιοσύνης για τους «κλέφτες».

Τρίτον, και ίσως πιο σημαντικό, περισσότερο από αναγκαία δείχνει να είναι μια δημιουργική κι ουσιαστική αντιμετώπιση του φόβου τόσο ως άμεσο πρακτικό θέμα όσο κι ως γενικότερο ζήτημα στη σύγχρονη βιο-πολιτική. Στη γραμματική της αγανάκτησης ο φόβος αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο ουσιαστικό. Στο βαθμό που η αγανάκτηση περιγράφεται ως ένα κίνημα αντίδρασης και διαμαρτυρίας, ως ένα κίνημα του οποίου η πολυσυλλεκτικότητα ορίζεται κυρίως είτε ως «κίνδυνος εκτροπής» είτε ως ακίνδυνος χαβαλές, ο φόβος λειτουργεί εργαλειακά και κατευναστικά. Η γραμματική της αγανάκτησης τείνει να αναπαράγει τη λογική του φόβου, παρουσιάζοντας τις πλατείες ως αποτέλεσμα φοβισμένων από την προοπτική της φτώχειας κι αγανακτισμένων μαζών. Το συντακτικό της εξουσίας αντλεί όλη του τη δύναμη μέσα από αυτήν την εικόνα. Ωστόσο, στις αραβικές εξεγέρσεις ο φόβος δεν νικήθηκε από την πείνα, όπως συνηθίζεται να λέγεται, αλλά πολύ περισσότερο από την συλλογική συνειδητοποίηση πως δεν υπάρχει, πως δεν μπορεί να υπάρξει, πισωγύρισμα. Από εκείνη τη στιγμή ο φόβος άλλαξε στρατόπεδο κι έγινε όπλο των εξεγερμένων.

Όταν κανείς σταθεί στο κατώφλι της Ιστορίας, αυτό που τον κάνει να το διαβεί χωρίς να υπολογίζει τον φόβο, δεν είναι το σκοτάδι του υπογείου που μόλις άφησε πίσω του, αλλά το φώς που για πρώτη φορά αντικρίζει μπροστά του. Το Σύνταγμα στέκεται, γιατί ακροβατεί σε ένα τέτοιο κατώφλι. Μένει μονάχα να δούμε προς ποια πλευρά θα γύρει. Τα στοιχήματα φυσικά κι επιτρέπονται, αλλά απλά να θυμίσω πως οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες έχουν πάντα υπερβολικά χαμηλές αποδόσεις.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
%d bloggers like this: