Να μη ζήσουμε σαν δούλοι (το εθνικό τραύμα)

Αναδημοσίευση από το vlemma.gr

H υπαγωγή της Ιρλανδίας στον μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ και της Ε.Ε. τραυματίζει την εθνική υπερηφάνεια των Ιρλανδών, αναφέρει η International Herald Tribune σε πρόσφατη εκτενή ανάλυση. Ο συντάκτης ανατρέχει στην ιστορία της χώρας στον 20ό αιώνα, από τους εκτελεσθέντες ηγέτες του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, το 1916, και την ανακήρυξη του ελεύθερου ιρλανδικού κράτους το 1922, έως την ευφορία των χρηματαγορών για τον Κελτικό Τίγρη την περασμένη δεκαετία, και την έκρηξη της τραπεζικής και στεγαστικής φούσκας.

Οι Ιρλανδοί δεν ξεχνούν ποτέ τον βρετανικό ζυγό και τους σκληρούς αγώνες που έχουν δώσει για την εθνική τους ανεξαρτησία. Θυμούνται επίσης τη φτώχεια. Ο λιμός του 1840, η ενδημική φτώχεια, η διαρκής μετανάστευση και ο αδιάκοπος εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας σημαδεύουν τη συλλογική μνήμη αυτού του μοναχικού λαού ποιητών και καλλιτεχνών στην ατλαντική άκρη.

Η υπαγωγή στη βοήθεια και τα κελεύσματα των ΔΝΤ-ΕΕ βιώνεται σαν τραύμα για την 60χρονη ιρλανδική δημοκρατία. Είναι δε σχεδόν βέβαιο ότι το κυβερνών κόμμα Fianna Fail, που συμμετέχει στην εξουσία αδιαλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θα χάσει τις εκλογές.

Αναλόγως τραυματικά βιώνεται η υπαγωγή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην τρόικα. Η Ελλάδα έχει ανάλογη ιστορία εθνικών αγώνων και φτώχειας με την Ιρλανδία ― και ποίησης και μοναχικότητας. Η ίδια η γένεση του νεότερου ελληνισμού βασίζεται στην έννοια της αντίστασης, της ανταρσίας, του αγώνα: τα ιδρυτικά πρόσωπα του νεότευκτου κρατιδίου είναι πρώτα πολεμιστές, επαναστάτες και μάρτυρες, και μαζί ποιητές και λόγιοι: Ρήγας, Αλ. Υψηλάντης, Καραϊσκάκης, Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Κοραής, Σολωμός…

Η ίδρυση του κράτους, πριν από περίπου δύο αιώνες, όμως από επαναστάτες, συνοδεύεται από σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας προς το εξωτερικό, και από σχέσεις διαρκώς εμφιλοχωρούντος διχασμού και πελατειακότητας στο εσωτερικό. Ο ελληνισμός εντός του κρατιδίου συστέλλεται και διαστέλλεται διαρκώς πέριξ πολλαπλών αξόνων: εξάρτηση-ανεξαρτησία, συρρίκνωση-επέκταση, φτώχεια-ευημερία, ελλαδικότητα-διασπορά, νίκες-καταστροφές, υποταγή-αντίσταση, δημοκρατία-δικτατορία. Σε κάθε περίοδο εντούτοις, ακόμη και σε περίοδο καταστροφής ή κατοχής, η έγνοια για την ελευθερία και την ανεξαρτησία είναι πρωταρχική, η περηφάνια του λαού, που ξεσηκώθηκε εναντίον μακραίωνου κατακτητή και επεβίωσε και πρόκοψε, είναι η ιδρυτική και διαρκώς συνέχουσα ύλη των ανθρώπων που γεννιούνται και κατοικούν στον τόπο.

Το πιο επισκέψιμο εθνικό μνημείο του Δουβλίνου είναι η φυλακή όπου εκτελέστηκαν οι δώδεκα ηγέτες του απελευθερωτικού αγώνα του 1912. Ανάλογα μνημεία μαρτυρίου για την ελευθερία είναι διάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα, από το 1821 ώς τις μέρες της χούντας ― παρότι δεν προσελκύουν τόσους πολλούς επισκέπτες πια, ίσως διότι η ελευθερία θεωρείται αυτονόητη στις μέρες μας. Δεν είναι. Η ελευθερία και η ανεξαρτησία, η αυτοδιάθεση, η αυτονομία και η αυτοβουλία ενός λαού δοκιμάζονται διαρκώς και διαρκώς κατακτώνται. Υπό αυτή την έννοια, η οικονομική αποτυχία της χώρας ― που δεν οφείλεται αποκλειστικά σε δικά μας σφάλματα― συνιστά μια καταστροφή της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, ή τουλάχιστον έναν σοβαρότατο κλονισμό τους, και πρώτος έσπευσε να το χαρακτηρίσει έτσι ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, περίπου πριν από ένα χρόνο, όταν κανείς πολίτης δεν είχε ιδέα περί Μνημονίου και κηδεμονίας. Εξ ου και το διάχυτο αίσθημα ανημπόριας, ταπείνωσης, περιορισμού, που βιώνεται παράλληλα με τον φόβο της φτώχειας, με την ίδια τη φτώχεια, με την αδυναμία των πολιτών να διορθώσουν ή να ορίσουν τη μοίρα τους.

Την εντύπωση της υποτέλειας και τον τραυματισμό της εθνικής υπερηφάνειας εντείνουν διάφορες συμπεριφορές Ελλήνων αξιωματούχων ή Ευρωπαίων επιτρόπων. Οι Ελληνες υπουργοί που κρύβονται πίσω από διατάξεις του Μνημονίου για να δικαιολογήσουν την έλλειψη διαπραγμάτευσης, η αλαζονεία τους ακόμη και αυτή την τραγική στιγμή, τα ψεύδη και οι παλινωδίες εντείνουν την εθνική ντροπή. Η εκτενής ατιμωρησία φοροφυγάδων και εισφοροφυγάδων, η αδράνεια και η μη επιβολή του νόμου, επίσης, Η εικόνα της Βουλής που σέρνεται από Εξεταστική σε Εξεσταστική, χωρίς ποτέ να τιμωρείται κανείς, τροφοδοτεί επίσης την πικρία, την οργή και την απογοήτευση. Ο αστεϊσμός του επιτρόπου Ολι Ρεν ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου, ότι χάνει το ποδόσφαιρο της Κυριακής για να ασχοληθεί με την προβληματική Ελλάδα, ήταν επίσης δείγμα ιταμής συμπεριφοράς έναντι ενός ολόκληρου λαού που υποφέρει.

Η κατάρρευση των δημοσιονομικών και η πτώση της ανταγωνιστικότητας είναι γεγονότα αδιαμφισβήτητα. Ωστόσο η εσπευσμένη υπαγωγή στα κελεύσματα του Μημονίου, υπό όρους επαχθείς, που θέτουν την εθνική κυριαρχία ως εμπράγματη ασφάλεια, που παραπέμπουν τον δανεισμό στο βρετανικό δίκαιο και απαγορεύουν άλλη διαχείριση του χρέους, είναι υπαγωγή της Ελληνικής Δημοκρατίας σε κηδεμονία. Πολύ περισσότερο που αυτή η υπαγωγή επιβάλλει αλλεπάλληλα σκληρά μέτρα λιτότητας, χωρίς ορατό τέλος, και ριζική αναδιάρθρωση της νομοθεσίας που διέπει την εργασία και την κοινωνική μέριμνα· ουσιαστικά, απορρύθμιση της εργασίας και απίσχναση του κοινωνικού κράτους.

Η ελληνική κυβέρνηση δι’ αιφνιδιασμού κατάφερε να εξασφαλίσει όχι μόνο την οριακή πλειοψηφία για την υπερψήφιση του Μνημονίου, αλλά και την παγωμένη ανοχή του σοκαρισμένου πληθυσμού, μεγάλου μέρους του τουλάχιστον, εφόσον το Μνημόνιο παρουσιάστηκε ως μοναδική λύση σωτηρίας, μετά τις προεκλογικές ψευδείς υποσχέσεις, τον προϋπολογισμό παροχών, την πολύμηνη ολιγωρία και τους λεονταρισμούς που οδήγησαν σε σφοδρή κρίση δανεισμού.

Οι πολίτες ενοχοποιήθηκαν για την κρίση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: κάθε επαγγελματική και κοινωνική ομάδα στρέφεται διαδοχικά εναντίον της άλλης, και όλοι απομένουν κερματισμένοι, μόνοι, χωρίς φρόνημα, χωρίς αλληλεγγύη, χωρίς ελάχιστο κοινό στόχο και ελπίδα. Ενας λαός όμως διαιρεμένος, ψυχικά διχασμένος, εθνικά ταπεινωμένος, και επιπλέον φτωχός και έμφοβος, δεν μπορεί να ανακάμψει. Απαιτείται επειγόντως αναστροφή: ανάκτηση της περηφάνιας. Φτωχοί μπορούμε να ζήσουμε, να μη ζήσουμε όμως σαν δούλοι.

Το πολίτευμά μας

Γράφει ο Old Boy, 17.12.2010.

 

«Η λέξη «χούντα» ακούστηκε από χιλιάδες στόματα – μικρών και μεγάλων. Δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν – η τεράστια αποχή από τις εκλογές είχε στείλει το μήνυμα».

Όχι, δεν έχουμε χούντα. Δεν έχουμε χούντα ακριβώς γιατί -ανάμεσα σε όλα τα άλλα- ο λαός απείχε από τις εκλογές. Στην χειρότερη έχουμε δια της αποχής απονομιμοποίηση της τρέχουσας εκδοχής του πολιτεύματος. Απονομιμοποίηση σκέτη όμως δεν συνιστά νομιμοποίηση κάποιου άλλου πράγματος. Να κάτσει να σκεφτεί ο λαός τι θέλει, ώστε αν δεν του κάνει η τρέχουσα εκδοχή του πολιτεύματος να βάλει στη θέση της μια άλλη. Και η αποχή δεν απαντάται μόνο στις εκλογές, απαντάται -συγκριτικά μιλώντας- και στη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Αντιλαμβάνομαι πλήρως το μπέρδεμα και το ότι μπορεί οι άνθρωποι να μην ξέρουν τι πρέπει να γίνει (μπας και ξέρω εγώ δηλαδή;), αλλά χούντα έχουμε όταν κάποιος έχει την εξουσία με το ζόρι. Όταν ο άλλος δεν τον θέλει να είναι στην εξουσία. Όχι όταν δεν ξέρει τι θέλει να είναι στην εξουσία, όχι όταν του τίθεται ένα σαφέστατο δίλημμα από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό πριν τις εκλογές και εκείνος ναι μεν δεν τον ψηφίζει για να τον στηρίξει, αλλά δεν τον καταψηφίζει κιόλας. Λαός ιδιωτών, λαός απεχόντων από τις κάλπες ή τις πορείες, λαός αμέτοχος -έστω επειδή βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο συνειδητοποίησης των πραγμάτων- δεν είναι λαός υπό χούντα.

«Παρασυρμένοι από την αμετροέπεια και τον λαϊκισμό, νομίζουμε ότι αυτή την εποχή διακυβεύονται τα επιδόματα και το ύψος των μισθών. Δεν καταλαβαίνουμε ότι αυτό που κινδυνεύει είναι η δημοκρατία, η ίδια η δυνατότητά μας να ζούμε σε μια πολιτισμένη κοινωνία».

Όχι, δεν έχουμε δημοκρατία. Όχι πια δηλαδή. Έχουμε δανειακή σύμβαση, έχουμε εκπλήρωση επιταγών δανειστών. Έχουμε εκπέσει από το καθεστώς της κυρίαρχης χώρας σε καθεστώς οφειλέτη χρημάτων. Σύμφωνοι, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση μας έφερε εκεί, σύμφωνοι, ο λαός απλώς στραβώνει και δεν του αρέσει αλλά δεν επαναστατεί άρα τελικά και κατ’ αποτέλεσμα η αποχή του συνιστά ανοχή, ωστόσο το γεγονός παραμένει ότι η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα όπου η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία αποφασίζουν και κυβερνούν εκείνες, βάσει όσων εκείνες κρίνουν σωστά. Οι βασικές αποφάσεις για την πορεία της χώρας παίρνονται ανά τρίμηνο από τους δανειστές μας και δεν περνάνε καν από το κοινοβούλιο, αφού τις υπογράφει απλώς ως εκπρόσωπος ημών των οφειλετών ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου.

Το πολίτευμα λοιπόν που έχουμε από τον Μάιο του 2010 είναι κάτι μπάσταρδο. Είναι μπάσταρδο δηλαδή από τότε που οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του ελληνικού λαού αποφάσισαν ότι ο ρόλος τους είναι διεκπεραιωτικός (ή στην περίπτωση των επικαιροποιήσεων του μνημονίου και ευθέως άχρηστος), από τότε που απεκδύθηκαν την εξουσία τους και την παραχώρησαν στους δανειστές μας. Για την ακρίβεια εκείνο που συμβαίνει και σε εμάς και δείχνει να συμβαίνει και γενικότερα είναι η μετατροπή των πολιτευμάτων σε εκτός θέματος τρόπους οργάνωσης των κοινωνιών. Η πολιτική οργάνωση μιας κοινωνίας καθίσταται εκτός θέματος, όταν τα χρήματα που απαιτούνται για την οικονομική οργάνωσή της παύουν να φτάνουν. Έρχονται τότε οικονομικοί οργανισμοί και λένε για να συνεχίσετε να έχετε λεφτά θα κάνετε αυτό και εκείνο. Eμείς έχουμε τα λεφτά, εμείς δανείζουμε, εμείς αποφασίζουμε.

Δανειακή σύμβαση έχουμε, με ανά τρίμηνο αναθεωρούμενους όρους, προκειμένου να καταβληθεί η εκάστοτε επόμενη δόση. Αυτό είναι το πολίτευμα της Ελλάδας, σήμερα, 17 Δεκεμβρίου του 2010, και ώρα οκτώ παρά τέταρτο.

%d bloggers like this: