Η Αθήνα στη σκιά του Βερολίνου

Του Σταύρου Λυγερού. Εφημ. Επενδυτής,11.12.2010

Μπορεί η Τρόϊκα να εκφράζει αισιοδοξία και η κυβέρνηση Παπανδρέου να δηλώνει ότι θα υλοποιήσει το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι η συνταγή δεν βγαίνει. Τα απαγορευτικά επιτόκια αποδεικνύουν ότι οι διεθνείς επενδυτές αμφιβάλλουν για την ικανότητα της εφαρμοζόμενης θεραπείας να αποτρέψει τη χρεοκοπία. Το γεγονός αυτό καθιστά όνειρο απατηλό την εκτίμηση ότι το 2011 η Ελλάδα θα δανεισθεί από τις Αγορές.

Αυτός είναι ο λόγος που Τρόϊκα έχει αποφασίσει να επιμηκύνει την αποπληρωμή των 110 δις. Το Βερολίνο προβάλει ακόμα κάποιες αντιστάσεις, αλλά όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μάχη οπισθοφυλακών. Η συζητούμενη επιμήκυνση θα δώσει μία ανάσα. Ταυτοχρόνως, όμως, θα επιμηκύνει και το καθεστώς διεθνούς οικονομικού ελέγχου μ’ όλες τις πιέσεις για συνέχιση της πολιτικής του αποπληθωρισμού. Σε συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης, όμως, η προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος μ’ αυτό τον τρόπο είναι σχεδόν καταδικασμένη να αποτύχει, αφού προηγουμένως θα έχει αφήσει πίσω της οικονομικά και κοινωνικά ερείπια.

Όπως συμβαίνει συνήθως, η παρούσα κρίση απομυθοποίησε ιδεολογήματα, που μέχρι πρότινος είχαν ισχύ αναμφισβήτητης αλήθειας. Οι αντιφάσεις της Ευρωζώνης, που στην περίοδο των “παχιών αγελάδων” επικαλύπτονταν από το κλίμα ευφορίας, έχουν βγει με δύναμη στην επιφάνεια. Τα επιμέρους προβλήματα χωρών-μελών υφίστανται, αλλά το μείζον είναι η ανισόμερη ανάπτυξη και η διαφορά ανταγωνιστικότητας. Αυτές δημιουργούν αναπόφευκτα ανισορροπία και αδύνατους κρίκους.

Η ύπαρξη του ευρώ οφελεί τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες και πρώτη απ’ όλες τη γερμανική. Σε γενικές γραμμές, τα πλεονάσματα της Γερμανίας είναι τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού Νότου. Το κοινό νόμισμα εμποδίζει τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες-μέλη να εξισορροπήσουν το μειονέκτημά τους. Εάν δεν υπήρχε το ευρώ, η αγορά θα οδηγούσε στην ανατίμηση του μάρκου, γεγονός που θα καθιστούσε ακριβότερα τα γερμανικά προϊόντα και κατ’ αυτό τον τρόπο θα εξισορροπούσε το πλεονέκτημα της Γερμανίας.

Το Βερολίνο τα θέλει όλα δικά του. Θέλει την Ευρωζώνη για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, επειδή εκεί οι γερμανικές βιομηχανίες διοχετεύουν ένα μεγάλο τμήμα των εξαγωγών τους. Δεύτερον, επειδή το Βερολίνο εδραιώνει την ηγεμονία του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσω αυτής έχει τη δυνατότητα να παίξει πρωταγωνιστικό γεωοικονομικό ρόλο με φιλοδοξίες και στο γεωπολιτικό πεδίο.
Οι Γερμανοί, όμως, δεν θέλουν να πληρώσουν το αντίτιμο. Προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κρίση με ιδιοτελείς συνταγές, οι οποίες αποσκοπούν στο να μετακυλύσουν το κόστος στους αδύνατους κρίκους. Είναι ενδεικτικός ο μύθος, που καλλιέργησαν, ότι η Ελλάδα είναι το “μαύρο πρόβατο” σε μία “ενάρετη” οικογένεια. Ένας μύθος, που κατέρρευσε από τα ίδια τα γεγονότα, αναδεικνύοντας με έμφαση τη θεμελιώδη αντίφαση του ευρώ.

Υπενθυμίζουμε ότι ο τρόπος, με τον οποίον οικοδομήθηκε η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) ήταν βασικά γερμανικής υπαγόρευσης. Θεσπίζοντας κοινό νόμισμα χωρίς μηχανισμούς εξισορρόπησης, όμως, “έβαλαν το κάρο μπροστά από το άλογο”. Το αποτέλεσμα φάνηκε τώρα. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, χωρίς κοινή δημοσιονομική ένωση και χωρίς αποφασιστικά βήματα προς την πολιτική ενοποίηση, το ευρώ θα γεννήσει αναπόφευκτα διαλυτικές τάσεις.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν υποτιμούν το πρόβλημα των δημοσιονομικών ανισορροπιών και κατ’ επέκταση την ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής. Η Ευρωζώνη, όμως, δεν θα επιβιώσει μόνο με δρακόντια δημοσιονομικά μέτρα και αυστηρές ποινές, όπως αυτά που προωθεί η Άνγκελα Μέρκελ. Η μέθοδος του αποληθωρισμού, άλλωστε, είναι αμφίβολης οικονομικής αποτελεσματικότητας, αφού εγκλωβίζει τις οικονομίες στο φαύλο κύκλο της ύφεσης. Επίσης, θίγει το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που είναι η ισότιμη συμμετοχή των χωρών-μελών.

Αποδεικνύεται για άλλη μία φορά ότι οι γερμανικές ελίτ δεν είναι σε θέση να διαχειρισθούν με σοφία τη δύναμή τους. Στην πραγματικότητα, με τον οικονομικό εθνικισμό τους, υπονομεύουν την Ευρωζώνη και μαζί τα μεσομακροπρόθεσμα συμφέροντά τους. Επειδή καμμία χώρα-μέλος δεν μπορεί να ανεχθεί για πολύ την υπονόμευση των συμφερόντων της, όσες χάνουν έδαφος αργά ή γρήγορα θα αντιδράσουν. Η ιδεολογική ισχύς του ευρώ θα καθυστερήσει, αλλά δεν θα ανασχέσει αυτή την αντίδραση.

Η συζήτηση που αυτό τον καιρό πραγματοποιείται στους κόλπους της Ευρωζώνης ήταν αδιανόητη πριν μερικούς μήνες. Είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι τόσο οι κυβερνήσεις όσο και οι κοινοτικοί αξιωματούχοι υποχρεώνονται από τη δυναμική των γεγονότων να κάνουν εκπτώσεις στις ιδεοληψίες τους. Η προσαρμογή στην πραγματικότητα, όμως, γίνεται με καθυστέρηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι πιέσεις των Αγορών να εντείνονται αντί να εκτονώνονται.

Το Βερολίνο προσπαθεί απεγνωσμένα να αποκρούσει τις πιέσεις για υιοθέτηση δραστικών μέτρων, όπως π.χ. η έκδοση ευρωομολόγου. Η τακτική του αυτή, όμως, δεν οδηγεί πουθενά. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, το δίλημμα των Γερμανών είναι σε τελευταία ανάλυση απλό:

Ο ένας δρόμος είναι να στηρίξουν το ευρώ, προωθώντας και τη δημοσιονομική και την πολιτική ενοποίηση μ’ ό,τι αυτή συνεπάγεται για τη στήριξη των αδύναμων κρίκων και για τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας της Ευρωζώνης.

Ο άλλος δρόμος είναι να δρομολογήσουν διαδικασίες νομισματικής αποσύνδεσης της Γερμανίας από τους αδύνατους κρίκους της ευρωπαϊκής αλυσίδας. Ένας τρόπος αποσύνδεσης είναι να εξωθηθούν οι αδύναμοι κρίκοι να εγκαταλείψουν το ευρώ. Ένας άλλος είναι η Γερμανία να εγκαταλείψει το ευρώ. Ένας τρίτος είναι η Ευρωζώνη να διχοτομηθεί νομισματικά στον πλούσιο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό Βορρά και στο δημοσιονομικά προβληματικό Νότο. Το πρόβλημα με όλους τους τρόπους και τις παραλλαγές τους είναι ότι εάν δρομολογηθεί η αποσύνδεση πιθανότατα θα τινάξει στον αέρα συνολικά το ενοποιητικό εγχείρημα. Αυτός είναι και ο λόγος, που η σύγκρουση στους κόλπους της Ευρωζώνης δεν υπερβαίνει –τουλάχιστον προς το παρόν– το σημείο θραύσης.

Θα ήταν λάθος να αποδώσουμε την κρίση της Ευρωζώνης αποκλειστικά και μόνο στον οικονομικό εθνικισμό της Γερμανίας. Μπορεί η ΟΝΕ να οικοδομήθηκε με γερμανικά σχέδια, αλλά αυτά εγκρίθηκαν συνολικά από τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ. Οι ίδιες αυτές ελίτ σήμερα έχουν περιέλθει σε αμηχανία. Δεν διαθέτουν στρατηγική με αποτέλεσμα να αντιδρούν σπασμωδικά. Αντί να προσπαθούν να διαμορφώσουν τις εξελίξεις, σύρονται απ’ αυτές. Κι αυτό δεν οφείλεται στην ανυπαρξία συγκεκριμένων προτάσεων. Οφείλεται στην προσκόλληση σε ιδεολογήματα και στις διαφωνίες για τα παραπέρα βήματα.

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η κρίση ξεγύμνωσε την Ευρωζώνη, φέρνοντας δυναμικά στην επιφάνεια δύο προβλήματα: Το πρώτο είναι η αύξηση του ελλείμματος και του χρέους. Αναμφίβολα, υπάρχει ζήτημα κακοδιαχείρισης κι ασωτείας στην Ελλάδα και σ’ ορισμένες ακόμα χώρες-μέλη. Εάν μείνουμε σ’ αυτή την πτυχή, όμως, θα έχουμε χάσει το δάσος. Τις τελευταίες δεκαετίες, λόγω της παγκοσμιοποίησης και της δραστικής μείωσης των φορολογικών συντελεστών, τα δημόσια έσοδα έχουν μειωθεί σημαντικά. Όχι όμως και οι δημόσιες δαπάνες, επειδή οι κυβερνήσεις, λόγω και του πολιτικού κόστους, προσπαθούν να διατηρήσουν το επίπεδο ευημερίας. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι το έλλειμμα και το χρέος να έχουν περισσότερο ή λιγότερο εκτοξευθεί σ’ όλες σχεδόν τις χώρες.

Τα προγράμματα λιτότητας και ο εξορθολογισμός των δημοσίων δαπανών μπορούν να περιορίσουν τα ελλείμματα, αλλά μέχρις ενός σημείου. Αυτός είναι ο λόγος, που τα επιτόκια δανεισμού της Πορτογαλίας, αλλά και της Ισπανίας έχουν γίνει πολύ ακριβά. Όσο η διεθνής κοινότητα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις Αγορές σαν ιερές αγελάδες, η δημοσιονομική κρίση των κρατών θα οξύνεται και στις ακραίες περιπτώσεις θα μετεξελίσσεται σε κρίση δανεισμού. Λύση θα προκύψει μόνο εάν τα κράτη συνεννοηθούν και επιβληθεί μία νέα διεθνής οικονομική τάξη, η οποία θα περιλαμβάνει φόρο επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών, “κούρεμα” των χρεών (ευθύ ή μέσω πληθωρισμού) και κυρίως μέτρα ελέγχου του “καζινοκαπιταλισμού”, ο οποίος ευθύνεται για τις “φούσκες” και τη διεθνή οικονομική κρίση.

Το δεύτερο πρόβλημα, που ανέδειξε η κρίση είναι τις καταλυτικές επιπτώσεις, που έχει στο διεθνή καταμερισμό εργασίας η ανάδυση των νέων βιομηχανικών χωρών. Ακόμα και η Γερμανία, που σήμερα ανήκει στη λέσχη των πλεονασματικών οικονομιών, δεν είναι σίγουρο ότι μεσομακροπρόθεσμα θα διατηρήσει το σημερινό συγκριτικό πλεονέκτημά της. Εάν δεν μεσολαβήσουν ανατροπές, όλα δείχνουν ότι σε δύο δεκαετίες η Κίνα –λόγω του συγκριτικά χαμηλού κόστους εργασίας– θα είναι σε θέση να ανταγωνισθεί επιτυχώς τη Γερμανία στις εξαγωγές και μηχανολογικού εξοπλισμού και ποιοτικών βιομηχανικών προϊόντων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Γερμανία μπορεί μακροπρόθεσμα να διατηρήσει την ευημερία της μόνο εάν συνδέσει τη μοίρα της με το ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα και παραλλήλως εκμεταλλευθεί τη συμπληρωματικότητα, που υπάρχει ανάμεσα στη δική της και στη ρωσική οικονομία.

Είναι προφανές, ότι έχει περάσει ο καιρός, που η Ευρώπη μπορούσε εύκολα να συσσωρεύει πλούτο από το παγκόσμιο εμπόριο. Όσο μικρότερη θα είναι η ροή πλούτου, τόσο πιο έντονος θα γίνεται ο εσωτερικός ανταγωνισμός. Σ’ αυτό το ρευστό και δυσοίωνο οικονομικό τοπίο, η Ελλάδα καλείται να υπερβεί τη δική της πολλαπλή κρίση και να επιβιώσει. Το Μνημόνιο περιέχει μέτρα, που έπρεπε να είχαν προ πολλού ληφθεί. Συνολικά, όμως, είναι μία θεραπεία-σοκ, η οποία αντί να ανατάξει την οικονομία, την βυθίζει στο φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Μπορεί η Τρόϊκα να εκφράζει αισιοδοξία και η κυβέρνηση Παπανδρέου να δηλώνει ότι θα υλοποιήσει το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι η συνταγή δεν βγαίνει. Τα απαγορευτικά επιτόκια αποδεικνύουν ότι οι διεθνείς επενδυτές αμφιβάλλουν για την ικανότητα της εφαρμοζόμενης θεραπείας να αποτρέψει τη χρεοκοπία. Το γεγονός αυτό καθιστά όνειρο απατηλό την εκτίμηση ότι το 2011 η Ελλάδα θα δανεισθεί από τις Αγορές.

Αυτός είναι ο λόγος που Τρόϊκα έχει αποφασίσει να επιμηκύνει την αποπληρωμή των 110 δις. Το Βερολίνο προβάλει ακόμα κάποιες αντιστάσεις, αλλά όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μάχη οπισθοφυλακών. Η συζητούμενη επιμήκυνση θα δώσει μία ανάσα. Ταυτοχρόνως, όμως, θα επιμηκύνει και το καθεστώς διεθνούς οικονομικού ελέγχου μ’ όλες τις πιέσεις για συνέχιση της πολιτικής του αποπληθωρισμού. Σε συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης, όμως, η προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος μ’ αυτό τον τρόπο είναι σχεδόν καταδικασμένη να αποτύχει, αφού προηγουμένως θα έχει αφήσει πίσω της οικονομικά και κοινωνικά ερείπια.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: