Βασίλης Μαρκεζίνης: Ελλοχεύει ο κίνδυνος απεμπολήσεως κυριαρχικών μας δικαιωμάτων

Εν όψει της επίσκεψης του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν, ο Βασίλης Μαρκεζίνης αναλύει τους αδύναμους κρίκους στην εξωτερική πολιτική της αδύναμης κυβέρνησης Παπανδρέου.

Παραμένω πεπεισμένος ότι ο ελληνικός λαός, αν και καθημαγμένος κοινωνικο-οικονομικά και τρομοκρατημένος πολιτικά από την απειλή του πολέμου, κάποια μέρα θα αντιληφθεί ότι πίσω από την αθώα ιδέα των «φιλικών συνομιλιών» ελλοχεύει ο κίνδυνος απεμπολήσεως κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.

Πάντοτε πίστευα ότι η Ιστορία θα είναι σκληρή με την προηγούμενη, βεβαρημένη με σκάνδαλα, μονίμως αναποφάσιστη και εσωτερικά ασταθή κυβέρνηση, όπως άλλωστε το ίδιο ένιωσαν και οι ψηφοφόροι τον περασμένο Οκτώβριο. Δυστυχώς ωστόσο αυτό δεν πρόκειται να είναι το τελευταίο δυσάρεστο κεφάλαιο στη σύγχρονη Ιστορία της χώρας μας. Διότι, όσο ο καιρός περνάει, η οικονομία όλο και χειροτερεύει. Ο κόσμος είναι φοβισμένος και τελεί σε σύγχυση. Οι συγκρούσεις εντός των κομμάτων παραμένουν ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της πολιτικής μας σκηνής, με την πρόσθετη τώρα συνέπεια ότι διαταράσσουν και την εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές. Eτσι, εάν όντως η προηγούμενη κυβέρνηση απέτυχε στο έργο της, πώς τα πηγαίνει η σημερινή; Ο Θουκυδίδης μάς έχει πει ότι ο τρόπος που χρησιμοποιούν την εξουσία δείχνει και το διαμέτρημα των ηγετών μας.

Η κρίση για την παρούσα κυβέρνηση μπορεί να διατυπωθεί μόνον μετά προσοχής μεγάλης. Εξι μόλις μήνες δεν είναι αρκετοί για μία οριστική απόφανση. Εντούτοις είναι αρκετοί για να μας δώσουν σημαντικές ενδείξεις για τη συνοχή, τον σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα των μελών της. Εάν εξαιρέσει κανείς την εντυπωσιακή υπερκινητικότητα του πρωθυπουργού, που έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τη ληθαργική διάθεση του προκατόχου του, οι πρώτες δημοσκοπικές ενδείξεις των μέχρι τώρα κυβερνητικών χειρισμών δεν είναι ενθαρρυντικές. Επιπλέον, και πιο σημαντικό, η άποψη των αγορών, εκτός της Ελλάδος, παραμένει ότι η χώρα μας είναι σοβαρά άρρωστη και οι πολιτικοί μας αδύναμοι και διχασμένοι.
Γιατί όμως τέτοια απαισιοδοξία;
Πρώτον, διότι τα πρώτα οικονομικά μέτρα πλήττουν, περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, τους αδύναμους και αφήνουν ανέπαφες τις προνομιούχες τάξεις των ιατρών, των δικηγόρων και άλλων επαγγελματιών, που διαπρέπουν στην τέχνη της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής.
Δεύτερον, η σπατάλη στον δημόσιο τομέα, ιδίως στους διάφορους κρατικούς οργανισμούς, παραμένει αμείωτη. Πράγματι, καθημερινά όλο και περισσότερα «αργυρά παιδιά» αντικαθιστούν τα «χρυσά παιδιά» του χθες.
Τρίτον, η γραφειοκρατία ανθεί κι αυτή, σε μια εποχή, μάλιστα, που αναζητούμε διακαώς ξένες επενδύσεις.
Τέταρτον, ακόμη αναμένονται κάποια συγκεκριμένα και αποτελεσματικά μέτρα για την ανάπτυξη, αφού το ελληνικό πρόβλημα είναι διττό: μείωση δαπανών και ανάπτυξη. Η καθυστέρηση αυτή παράγει, με την πάροδο του χρόνου, αρνητικά αποτελέσματα με πολλαπλασιαστικούς ρυθμούς.
Πέμπτον, η δημόσια διοίκηση απλούστατα δεν δουλεύει. Μόνη η πρόσκληση ξένων συμβούλων για τη διενέργεια σεμιναρίων δεν αρκεί για να κάνει το ελληνικό κράτος να δουλέψει. Μόνον ακαδημαϊκοί που ζουν στα σύννεφα μπορεί να πιστεύουν κάτι τέτοιο!
Συμπέρασμα: Πρέπει να έχω δίκιο που νιώθω βαθιά θλίψη, δεδομένου, άλλωστε, ότι ο ίδιος καπετάνιος του πλοίου έχει διακηρύξει πως το πλοίο βυθίζεται. Οταν όμως τον ακούω να λέει κάτι τέτοιο, ή όταν ενθυμούμαι την παλαιότερη παραδοχή του ότι η Ελλάδα έχει χάσει την αξιοπιστία της στο εξωτερικό, τότε σταματώ να μέμφομαι την απεχθή φυλή των κερδοσκόπων (μερικοί από τους οποίους απολαμβάνουν το να ζουν στην Ελλάδα, αλλά συγχρόνως κρύβουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό ή κερδοσκοπούν στο Λονδίνο και στη Γενεύη). Σε τελική ανάλυση, είναι δυνατόν ένα γεράκι που βλέπει ένα ασθενές ζώο να μην προσγειωθεί και να μην το κατασπαράξει, εάν του δοθεί και μισή έστω ευκαιρία; Είναι ενάντια στους νόμους της φύσεως να πιστεύει κανείς ότι δεν θα συμβεί κάτι τέτοιο.
Καμία δόση έντεχνης, παρασκηνιακής υπουργικής ενημέρωσης του Τύπου δεν μπορεί να κοροϊδέψει εις το διηνεκές την κοινή γνώμη, αποκρύπτοντας από αυτή τη σκληρή πραγματικότητα. Η Ιστορία διδάσκει ότι απρόσμενα γεγονότα τελικά ανατρέπουν την παραπλανητική προπαγάνδα. Η προσφυγή μας στο ΔΝΤ θα αποδειχθεί και αυτή αναποτελεσματική, εκτός εάν η κυβέρνηση – ή, τελοσπάντων, κάποια κυβέρνηση, εάν δεν είναι η παρούσα – βρει το κουράγιο και προχωρήσει στις αναγκαίες δομικές μεταρρυθμίσεις. Ο πόνος που έχουμε νιώσει μέχρι στιγμής δεν θα είναι τίποτε μπροστά σ’ αυτά που έρχονται. Θα γίνει μετά βίας ανεκτός μόνον εάν τα βάρη κατανεμηθούν κατά δίκαιο τρόπο.
Ωστόσο οι παραπλανητικές κυβερνητικές ενημερώσεις, που υπαινίχθηκα παραπάνω, δεν στερούνται ενός προσωρινού θετικού αποτελέσματος, γι’ αυτό άλλωστε και γίνονται επί καθημερινής βάσεως.
Ο εκφοβισμός των πολιτών, έτσι ώστε να μη διαμαρτυρηθούν πολύ, είναι μια ευφυής, αλλά και κυνική επιλογή. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, μέχρι στιγμής έχει δουλέψει.
Εντούτοις, ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η επίκληση της οικονομικής κρίσης, προκειμένου να δικαιολογηθούν υποχωρήσεις σε εθνικά θέματα. Και η διαπίστωση αυτή μας φέρνει στην τελευταία δήλωση του καπετάνιου αλλά και του δεύτερου τη τάξει στρατηγού του: «Χώρες σε οικονομική κρίση δεν μπορούν να χαράσσουν κόκκινες γραμμές στην άμμο» (παρεμπιπτόντως, γιατί πρέπει να ακολουθούμε τόσο δουλικά ακόμη και την αμερικανική ορολογία και πολιτική; Γιατί όχι «γαλάζιες» γραμμές που πρέπει να υπερασπισθούμε, παρά να τις παραδίδομε μόνοι μας αμαχητί;).
Στην κυριολεκτική του έννοια, αυτός ο μοντέρνος αφορισμός είναι εκφοβιστικά καθαρός. «Προετοιμάζει» την κοινή γνώμη για υποχωρήσεις που έρχονται. Κάποιοι μπορεί να τον ερμηνεύσουν σαν ένα δείγμα πραγματισμού. «Τι θέλετε δηλαδή;», θα πουν, «να κάνουμε πόλεμο;». «Υποστείλαμε τη σημαία κάποτε στα Ιμια και εξασφαλίσαμε ειρήνη». Πρέπει να μειώσουμε για ακόμη μία φορά την ένταση. Με αυτή τη λογική ούτε Αλβανικό έπος θα είχαμε, ούτε Ρούπελ, για να μη μιλήσω για Μαραθώνα.
Αυτή είναι η «πραγματιστική» προσέγγιση, την οποία θέλουν και πάλι να επανεισαγάγουν οι ίδιοι άνθρωποι που το έκαναν και κατά το παρελθόν. Αλλά εάν αυτή είναι η συνέπεια της άσκησης της εξουσίας, δηλαδή ο πραγματισμός να οδηγεί στην εκ των προτέρων παράδοση, τότε αυτοί που την κατέχουν (προσωρινά) έχουν αποτύχει στο να τη χειριστούν σωστά.
Το δίλημμα «παράδοση ή πόλεμος» είναι ψευδεπίγραφο, άρα εσφαλμένο (μολονότι η Ιστορία έχει δείξει ότι συχνά ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις μια σύγκρουση είναι να προετοιμαστείς για αυτή). Αλλά ο λόγος που αυτό το δίλημμα είναι εσφαλμένο δεν είναι ότι η απειλή εθνικών απωλειών δεν θα έπρεπε να δικαιολογεί ποτέ στρατιωτική αντιπαράθεση. Ο λόγος είναι ότι ο κίνδυνος μιας εθνικής ταπείνωσης, που πολλοί από εμάς βλέπουμε εδώ και χρόνια πλέον να πλησιάζει, δεν εγγυάται την αποφυγή του πολέμου ή εθνικής ταπείνωσης. Το ενδεχόμενο της πολεμικής σύρραξης μπορεί να αποφευχθεί μόνον με έγκαιρες και αποτελεσματικές διπλωματικές κινήσεις.
Και πάλι, η οικονομική μας κρίση, όπως και η κρίση στην εξωτερική μας πολιτική, είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, με συνδετικό κρίκο τον ίδιο τύπο λάθους: την αποτυχία μας να αναλάβουμε αποφασιστική δράση σε έγκαιρο χρονικό σημείο! Οι εύκολες πολιτικές επιλογές προτιμώνται εις βάρος εκείνων που θα μπορούσαν να μειώσουν τους κινδύνους, τους οποίους τώρα αντιμετωπίζουμε.
Πώς όμως συνέβησαν όλα αυτά και γιατί φαίνεται να πιστεύουμε ότι ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε άλλες δυσάρεστες εξελίξεις είναι να προβούμε σε εθνικές υποχωρήσεις που καμία προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι θα έκανε;
Πρώτον, επειδή η συνεχής μας προσκόλληση στις επιταγές της Αμερικής μάς εμπόδισε ακόμη και να σκεφτούμε να λάβουμε μέτρα που η Αμερική δεν εγκρίνει.
Δεύτερον, επειδή αποτύχαμε να συμπήξουμε νέες συμμαχίες, όταν η μετασοβιετική εποχή καθιστούσε πλέον μια τέτοια αλλαγή δυνατή, αλλά και αναγκαία. Συνεπώς, το εσφαλμένο δίλημμα – παράδοση ή πόλεμος – δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί ούτε καν ως ρητορικό τέχνασμα, εάν όσα υποστηρίζω επί χρόνια είχαν ήδη γίνει πράξη. Γιατί όμως δεν έγιναν; Η ευθύνη βαρύνει περισσότερο εκείνους τους Ελληνες που – ΕΣΦΑΛΜΕΝΑ – συνεχίζουν να ταυτίζουν τα συμφέροντά μας με εκείνα της Αμερικής, παρά τους Αμερικανούς, που απλώς προωθούν τα δικά τους συμφέροντα.
Τρίτον, οι καλές σχέσεις με έναν γείτονα είναι ασφαλώς επιθυμητές. Αλλά είναι δυνατές μόνον εάν και εκείνος πιστεύει στον σεβασμό του δικαίου και δεν το παραβιάζει συστηματικά και με διάφορους τρόπους. Αυτοί που ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας δεν μπορούν να παραδεχθούν ότι αυτό που άξιζε να επιχειρήσει κανείς το 1999 δεν μπορεί πλέον να ισχύει και στις μέρες μας, εν όψει της διαρκώς ενισχυόμενης όρεξης του γείτονά μας για πράγματα που είναι δικά μας και μας ανήκουν τουλάχιστον τα τελευταία ογδόντα χρόνια ή μας αναγνωρίζονται ρητώς από το διεθνές δίκαιο.
Εάν οι υπουργοί Εξωτερικών δεν έχουν τις γνώσεις ή τη φαντασία ή την πολιτική ανεξαρτησία να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν τέτοιες εναλλακτικές πολιτικές, τότε θα πρέπει να συνταξιοδοτούνται μαζί με τους συμβούλους τους, των οποίων η οικονομικώς επιχορηγούμενη ύπαρξη κρατιέται, κατά μυστήριο τρόπο, επτασφράγιστο μυστικό. Η τελευταία αυτή πρακτική, παρεμπιπτόντως, συνιστά μια κακή πολιτική, προφανώς δε και μια διόλου αναγκαία έλλειψη διαφάνειας.
Ας επιστρέψουμε όμως τώρα στην (αν)ικανότητά μας να χαράσσουμε «γαλάζιες» γραμμές στην άμμο, λόγω της κακής οικονομικής μας καταστάσεως.
Αυτό που κάνει τις υπουργικές δηλώσεις ιδιαίτερα περίεργες είναι ο περιεχόμενος σ’ αυτές υπαινιγμός ότι:
α) το εθνικό συμφέρον καθιστά τον συμβιβασμό αναπόφευκτο
β) οι δυνατότητες του στρατού μας είναι περιορισμένες
γ) παρά τα ανωτέρω όμως, δεν βρισκόμαστε σε κίνδυνο, λόγω της αποφασιστικότητας των «φίλων» μας να εγγυηθούν την εδαφική μας ακεραιότητα
Ιδίως το τελευταίο σημείο είναι ένας μύθος, που προβάλλει ήκιστα πειστικός, εν όψει κυρίως του τρόπου με τον οποίο οι Αμερικανοί χειρίστηκαν την κρίση στα Ιμια, τρόπος που μάλιστα δεν έχει πλήρως διευκρινισθεί, παρά τα διάφορα βιβλία που έχουν γραφεί επί του θέματος, εκτός από το γεγονός ότι το όλο συμβάν μάς άφησε με την κληρονομιά των «γκρίζων ζωνών», που βρίσκονται πλέον εδώ για να μας κυνηγούν. Με άλλα λόγια: το τίμημα της ειρήνης τότε πρέπει να πληρωθεί τώρα ακριβά. Ποιο θα είναι όμως το τίμημα για τη νέα ειρήνη που πιεζόμαστε να συνάψουμε υπό συνθήκες ανομολόγητης πίεσης;
Ας δούμε πρώτα πώς απαντούν στο ερώτημα αυτό εκείνοι που στηρίζουν τη «φιλία με την Τουρκία με κάθε κόστος». Πιστεύουν ειλικρινά ότι η προσέγγισή τους θα προστατεύσει τα εθνικά μας συμφέροντα;
Δεύτερον, εφόσον το πολιτικό μας μέλλον διαμορφώνεται τόσο έντονα από την οικονομική κρίση που βιώνουμε, μπορούμε να αντλήσουμε κάποια παρηγοριά από τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε η κρίση αυτή κατά τους τελευταίους έξι μήνες και να ισχυριστούμε ότι η κρίση στην εξωτερική μας πολιτική θα αντιμετωπιστεί με συνετό τρόπο; Δυστυχώς νομίζω πως όχι, και τούτο για τους ακόλουθους λόγους.
Πρώτον, οι αμφιβολίες για τους χειρισμούς αυτής της κυβέρνησης έναντι της οικονομικής κρίσης ολοένα και αυξάνονται. Οσο ξεκαθαρίζουν τα πράγματα, το αρχικό σύνθημα – «λεφτά υπάρχουν» – θεωρείται πλέον ευρέως ένα θεμελιώδες σφάλμα, και όχι απλώς ένας λανθασμένος υπολογισμός.
Στη συνέχεια ήρθε η επόμενη κατηγορηματική δήλωση: «δεν θα προσφύγουμε ποτέ στο ΔΝΤ», η οποία απλώς συμπληρωνόταν περιστασιακά από τη φράση «παρά μόνον ως έσχατο καταφύγιο». Και αυτή όμως η εκτίμηση απεδείχθη εσφαλμένη. Η προσπάθεια επικεντρώνεται τώρα στην υποβάθμιση των μακροπρόθεσμων συνεπειών της επιτήρησης από το ΔΝΤ. Και αυτό, ωστόσο, δεν θα επαληθευθεί.
Το τρίτο σύνθημα ήταν «συμφωνήσαμε σε μια δομή οικονομικής στήριξης με την ΕΕ, αλλά δεν υποβάλαμε αίτημα για οικονομική βοήθεια». Για να υπογραμμίσουμε αυτή την «κατ’ αρχήν συμφωνία» ακόμη περισσότερο, προσθέσαμε και την – εξίσου επιπόλαιη – φράση «τα χειρότερα έχουν ήδη περάσει». Τη φορά αυτή, το λάθος μας ήταν ότι αγνοήσαμε την πραγματικότητα των αγορών, καθώς επίσης και τους βραδυκίνητους μηχανισμούς της ΕΕ.
Τι υποδηλώνουν όμως αυτά τα σφάλματα για το μέλλον;
Πρώτον, μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι ο χειρισμός της οικονομικής κρίσης από την κυβέρνηση βαθμιαία απεδείχθη απροσχεδίαστος, ασυντόνιστος, άνευρος. Εάν είναι έτσι τα πράγματα, τι λόγους έχουμε να πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση θα τα πάει καλύτερα στο εξωτερικό μέτωπο;
Δεύτερον, ο χειρισμός ήταν ατυχής – αν όχι «απρόσφορος» – όχι μόνον λόγω των διαφωνιών στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, αλλά και επειδή η κυβέρνηση δεν αντελήφθη ότι η επίτευξη μιας (οποιασδήποτε) συμφωνίας με τους Ευρωπαίους εταίρους της ΔΕΝ θα είχε αυτόματα ως αποτέλεσμα τον κατευνασμό των αγορών, οι οποίες έχουν μια δική τους ψυχολογία, καθώς και μια ικανότητα να αντιδρούν πιο γρήγορα από οποιοδήποτε κυβερνητικό όργανο.
Τρίτον, ένας τέτοιος σπασμωδικός τρόπος αντίδρασης στην περίπτωση της σοβούσης κρίσης στην εξωτερική πολιτική σημαίνει ότι σύντομα θα παρουσιαστούν στο ελληνικό κοινό, σαν «αθώες», «φιλικές» και «εποικοδομητικές», σειρά συναντήσεων, οι οποίες όμως είναι λίαν πιθανόν να μετατραπούν σταδιακά σε μια απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, που είτε έχουμε από χρόνια είτε πρόσφατα αποκτήσαμε με το (νέο) δίκαιο της θαλάσσης.
Γιατί όμως πιστεύω ότι το μέλλον μπορεί να είναι τόσο ζοφερό;
Οχι μόνον για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αλλά και επειδή γνωρίζω ότι η Αμερική και η Μεγ. Βρετανία επιθυμούν διακαώς να επεκτείνουν τα συμφέροντα της Τουρκίας, όχι μόνον επειδή χρειάζονται τη στήριξή της σε τοπικό επίπεδο, αλλ’ επίσης επειδή γνωρίζουν – και το έχουν γράψει οι ίδιοι επανειλημμένως – ότι η είσοδός της στην ΕΕ, με την ιδιότητα του πλήρους μέλους, θα έχει ως συνέπεια την οριστική κατάρρευση όλων των ευρωπαϊκών ονείρων για μια περαιτέρω ενοποίηση. Κατά μία έννοια, λοιπόν, η ήττα μας μπορεί να θεωρηθεί σαν προάγγελος μιας μεγαλύτερης ήττας για την ΕΕ στο σύνολό της.
Παρά τα ανωτέρω, παραμένω πεπεισμένος ότι ο ελληνικός λαός, αν και καθημαγμένος κοινωνικο-οικονομικά και τρομοκρατημένος πολιτικά από την απειλή του πολέμου, κάποια μέρα θα αντιληφθεί ότι πίσω από την αθώα ιδέα των «φιλικών συνομιλιών» ελλοχεύει ο κίνδυνος απεμπολήσεως κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Δεν αμφιβάλλω ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί αμέσως, αλλά θα προετοιμασθεί προσεκτικά, έτσι ώστε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να παραμείνει στο σκοτάδι από πλευράς ενημέρωσης. Αλλά το γεγονός ότι το όλο σχέδιο θα ξεδιπλωθεί σταδιακά και ωραιοποιημένο από τον υπάκουο πάντοτε Τύπο, δεν σημαίνει ότι δεν έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν του την, προ μερικών εβδομάδων, επίσκεψη του κ. Δρούτσα στην Αγκυρα.
Μήπως όμως ο κ. Παπανδρέου έχει κάποιον άσο κρυμμένο στο μανίκι του; Ελπίζω ΔΙΑΚΑΩΣ να έχει, διότι… «αρχή άνδρα δείκνυσι»!

* Ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης κατέχει τον τίτλο του «σερ», είναι νομικός σύμβουλος της βασίλισσας της Αγγλίας και μέλος σε επτά Ακαδημίες του εξωτερικού.

Πηγή: ΕΘΝΟΣ, 8.5.2010

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: